γκρεμίζω
ρήμα1. Προκαλώ την πτώση ή την κατάρρευση κατασκευής, τοίχου, κτιρίου ή φυσικής πρανής, είτε με σκοπό την κατεδάφιση είτε ως αποτέλεσμα βίας, φθοράς ή φυσικών αιτίων.
Συνώνυμα
κατεδαφίζω ισοπεδώνω ρίχνω συντρίβω καταστρέφω διαλύω ανατρέπω ξεθεμελιώνω ξηλώνω καταρρίπτω ζημιώνω σπάω αναστρέφω αποδομώ ξετινάζω θρυμματίζω σπάζω ξεριζώνω εξολοθρεύω χαλάω απογοητεύω αποδιοργανώνω
Αντώνυμα
χτίζω οικοδομώ ανεγείρω ανοικοδομώ επανοικοδομώ αναδομώ κατασκευάζω φτιάχνω ανακαινίζω αναστηλώνω αποκαθιστώ επισκευάζω συντηρώ αναδιαμορφώνω υψώνω διατηρώ σώζω στερεώνω διασώζω συναρμολογώ
Παραδείγματα χρήσης
- Οι εργάτες γκρεμίζουν το παλιό κτίριο για να χτιστεί ένα νέο.
- Το παλιό γεφύρι γκρεμίστηκε χθες μετά τη σφοδρή πλημμύρα.
- Η αποτυχία στις εξετάσεις γκρέμισε τα όνειρά της για σπουδές στο εξωτερικό.
- Κάθε αρνητικό σχόλιο γκρεμίζει την αυτοπεποίθησή του.
- Οι μαζικές διαδηλώσεις τελικά γκρέμισαν το καθεστώς.