γκουρού

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που λειτουργεί ως πνευματικός οδηγός σε παραδόσεις (κυρίως ινδικής προέλευσης), παρέχοντας θρησκευτική ή φιλοσοφική διδασκαλία, προσωπική καθοδήγηση και τελετουργική στήριξη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο γκουρού δίδαξε τους μαθητές του τα μυστικά του διαλογισμού.
  • Τον θεωρούν γκουρού του μάρκετινγκ και του ζητούν συμβουλές συνεχώς.
  • Η γκουρού της μόδας παρουσίασε τις τάσεις για την επόμενη σεζόν.
  • Στο γραφείο τον φωνάζουν απλώς γκουρού των υπολογιστών.
  • Αν και είναι νέος, ήδη θεωρείται γκουρού στις επενδύσεις.