γιορτινός

επίθετο

Που έχει σχέση με γιορτή και προσδίδει ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, στολισμό, διάθεση ή χαρακτήρα σχετικό με εκδηλώσεις εορτασμού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η γιορτινή ατμόσφαιρα γέμιζε το σπίτι.
  • Σερβίραμε ένα γιορτινό δείπνο στους καλεσμένους.
  • Τα παιδιά φόρεσαν γιορτινά ρούχα για την παράσταση.
  • Η πόλη ήταν γιορτινά στολισμένη με πολύχρωμα φωτάκια.
  • Ήταν σε γιορτινή διάθεση όλη την εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα.
  • Οι γιορτινοί ύμνοι ακούγονταν στην εκκλησία.