γελαστός
επίθετο1. Που χαμογελά συχνά ή έχει χαμόγελο στο πρόσωπο, εκφράζοντας ευχαρίστηση, ευδιαθεσία ή φιλική διάθεση.
2. Που αποπνέει χαρά, ζεστασιά ή ελαφριά διάθεση λόγω της εμφάνισης ή της έκφρασής του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αγέλαστος σκυθρωπός μουτρωμένος κατσούφης λυπημένος στενοχωρημένος κατσουφιασμένος σοβαρός μίζερος ανέκφραστος πικραμένος δυστυχισμένος αμίλητος αδιάφορος απογοητευμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γελαστός άνθρωπος προσέφερε βοήθεια σε όλους.
- Η γελαστή μητέρα παρακολουθούσε τα παιδιά της στον κήπο.
- Τα γελαστά παιδιά έπαιζαν στην αυλή το απόγευμα.
- Με ένα γελαστό βλέμμα, ο παππούς είπε μια παλιά ιστορία.
- Η γειτονιά έχει πάντα έναν γελαστό αέρα που σε καλωσορίζει.