βρίσκομαι
ρήμα1. Βρίσκομαι σε συγκεκριμένο τόπο ή θέση, δηλώνοντας παρουσία ή τοποθέτηση ατόμου ή αντικειμένου εκεί.
2. Βρίσκομαι σε ορισμένη κατάσταση, δηλώνοντας ότι κάποιος ή κάτι διανύει, αισθάνεται ή υπόκειται σε συγκεκριμένη συνθήκη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τώρα βρίσκομαι στο σπίτι.
- Μετά το ταξίδι, βρίσκομαι πολύ κουρασμένος.
- Αυτή την περίοδο βρίσκομαι αρκετά αγχωμένη λόγω δουλειάς.
- Απόψε βρίσκομαι σε μεγάλο δίλημμα.
- Κατά τη διάρκεια της επιθεώρησης, βρίσκομαι υπό παρακολούθηση.
- Τις τελευταίες μέρες βρίσκομαι σε καλή διάθεση.