αφορισμός
άλλο1. Θρησκευτική ποινή ή διακήρυξη με την οποία κάποιος αποκλείεται από τη συμμετοχή στις τελετές και στην κοινωνία μιας θρησκευτικής κοινότητας.
2. Αυστηρή αποδοκιμασία ή δημόσια καταδίκη προσώπου, πράξης ή άποψης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αφορισμός του ιερέα ανακοινώθηκε με επίσημη τελετή.
- Ο αφορισμός 'Το μέτρον άριστον' συνοψίζει την αρχαία σοφία.
- Ο αφορισμός από την κοινότητα σήμαινε για εκείνον κοινωνικό αποκλεισμό.
- Με έναν καυστικό αφορισμό, ο κριτικός καταδίκασε το έργο.
- Οι αφορισμοί του φιλοσόφου έγιναν γνωστοί για την πυκνότητά τους.