αφηρημένος

επίθετο

1. Που δεν προσδιορίζεται από συγκεκριμένα, απτά στοιχεία ή λεπτομέρειες, αλλά αναφέρεται σε γενικές, θεωρητικές ή αφηρημένες έννοιες.

Συνώνυμα

απορροφημένος αφηρηματικός συλλογισμένος στοχαστικός αποσπασμένος ονειροπόλος ονειροπαρμένος απρόσεκτος ασυγκέντρωτος φευγάτος αφαιρετικός ξεχασιάρης αμέριμνος χαμένος διασκορπισμένος θεωρητικός αμελής αναστατωμένος αλλοπρόσαλλος απερίσκεπτος θορυβημένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αφηρημένος καθηγητής ξέχασε το βιβλίο του στην τάξη.
  • Η αφηρημένη έννοια της δικαιοσύνης είναι δύσκολο να οριστεί με ακρίβεια.
  • Το έργο είναι αφηρημένο και δεν απεικονίζει συγκεκριμένα αντικείμενα.
  • Οι αφηρημένοι μαθητές συνήθως χάνουν την προσοχή τους στην τάξη.
  • Ήταν τόσο αφηρημένη εκείνη τη μέρα που δεν απάντησε στο τηλεφώνημα.