αφέντης
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που έχει την εξουσία, την ευθύνη και τον έλεγχο ενός νοικοκυριού ή μιας οικίας, λαμβάνοντας αποφάσεις και διαχειριζόμενο τις οικογενειακές υποθέσεις.
Συνώνυμα
αφεντικό κύριος ιδιοκτήτης αφέντρα εργοδότης προϊστάμενος επικεφαλής αρχηγός νοικοκύρης προστάτης δεσπότης άρχοντας κυρίαρχος δυνάστης κοτζάμπασης πασάς αγάς μπέης κυβερνήτης ηγεμόνας κατακτητής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αφέντης του μαγαζιού αποφάσισε να κλείσει νωρίτερα.
- Ο αφέντης φώναξε τον υπηρέτη να φέρει το δείπνο.
- Ο αφέντης του κτήματος γνώριζε κάθε γωνιά και κάθε ζώο.
- Όταν ο αφέντης μίλησε, όλοι σταμάτησαν να μιλάνε.
- Ο αφέντης της επιχείρησης απέρριψε την πρόταση των συνεργατών.