ατονία
ουσιαστικό1. Έλλειψη ή απώλεια μυϊκού τόνου σε όργανο ή ιστό, που εκδηλώνεται με χαλάρωση και μειωμένη ικανότητα σύσπασης.
2. Μειωμένη λειτουργική δραστηριότητα ενός οργανικού συστήματος, όπως του εντερικού σωλήνα, που οδηγεί σε δυσλειτουργία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ατονία των μυών έκανε την κινητικότητα πιο δύσκολη.
- Μετά την ασθένεια ένιωθα μεγάλη ατονία και δεν είχα όρεξη για δουλειά.
- Η επιχείρηση αντιμετωπίζει ατονία στην αγορά τον τελευταίο χρόνο.
- Υπήρξε ατονία στον δημόσιο διάλογο μετά το σκάνδαλο.
- Αισθάνθηκε ατονία στη δημιουργικότητά του και δεν έγραψε τίποτα για μήνες.