ασθενικός
επίθετο1. Που έχει μικρή δύναμη, αντοχή ή ευρωστία και παρουσιάζει μειωμένη φυσική ικανότητα ή ευεξία.
2. Που έχει μικρή ένταση, ισχύ ή αποτελεσματικότητα κατά τη λειτουργία ή την επίδραση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ασθενικός ηλικιωμένος δυσκολευόταν να ανέβει τις σκάλες.
- Η ασθενική υγεία της απαιτούσε συνεχή ιατρική παρακολούθηση.
- Το φως στο διάδρομο ήταν ασθενικό και δεν φώτιζε αρκετά τον χώρο.
- Το άρωμα στο δωμάτιο ήταν ασθενικό και δύσκολα γινόταν αντιληπτό.
- Το ασθενικό επιχείρημα δεν έπεισε τα μέλη της επιτροπής.