ασάφεια
ουσιαστικό1. Έλλειψη καθαρότητας ή σαφήνειας στην έννοια, την έκφραση ή την αντίληψη, που επιτρέπει διαφορετικές ερμηνείες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ασάφεια στο κείμενο δημιούργησε παρεξηγήσεις.
- Η ασάφεια στο συμβόλαιο οδήγησε σε δικαστική διαμάχη.
- Η θολή φωτογραφία προκαλεί ασάφεια.
- Υπήρξε ασάφεια ως προς τα αποτελέσματα της έρευνας λόγω περιορισμένων δεδομένων.
- Η ομιλήτρια μίλησε με ασάφεια, αφήνοντας το κοινό με ερωτήματα.