αργότερα
επίρρημα1. Σε μεταγενέστερο χρόνο σε σχέση με το παρόν ή με τον αναφερόμενο χρόνο· σε χρόνο που ακολουθεί ένα σημείο αναφοράς.
Συνώνυμα
μετά ύστερα έπειτα κατόπιν καθυστερημένα μετέπειτα μεταγενέστερα υστερότερα παρακάτω όψιμα ακολούθως
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θα το κάνω αργότερα.
- Τα λέμε αργότερα.
- Ο πρόεδρος μίλησε πρώτος και αργότερα πήραν το λόγο οι σύμβουλοι.
- Συνειδητοποίησα αργότερα το λάθος.
- Σπούδασε στην επαρχία και αργότερα εγκαταστάθηκε στην πόλη.