παλιότερα
επίρρημα1. Σε παλαιότερο χρόνο, πριν από το παρόν ή πριν από το αναφερόμενο γεγονός.
2. Σηματοδοτεί ότι κάτι συνέβαινε ή ίσχυε στο παρελθόν ή προηγουμένως, συχνά σε αντίθεση με την παρούσα κατάσταση.
Συνώνυμα
παλαιότερα προηγουμένως νωρίτερα ενωρίτερα πρότερα προγενέστερα κάποτε άλλοτε προηγούμενα τότε πριν πρώτα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πόλη παλιότερα είχε λιγότερη φασαρία.
- Αυτός παλιότερα δούλευε ως δάσκαλος πριν γίνει δημοσιογράφος.
- Ήμουν παλιότερα πιο ντροπαλός, τώρα όμως είμαι πιο θαρραλέος.
- Τα κτίρια παλιότερα ήταν χαμηλότερα στην ίδια περιοχή.
- Ο παππούς μου παλιότερα έλεγε ιστορίες από τον πόλεμο.
- Παλιότερα, στην τηλεόραση υπήρχε μόνο ένα κανάλι.