ακολούθως
επίρρημα1. Σε χρόνο ή σε σειρά, σε θέση που έπεται ενός προηγούμενου γεγονότος, αναφοράς ή ενέργειας.
2. Εισαγωγικό επίρρημα που δηλώνει ότι στο επόμενο μέρος του κειμένου ή της ομιλίας θα παρουσιαστεί παράθεση, εξήγηση ή κατάλογος στοιχείων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συζήτησαν το σχέδιο και ακολούθως συμφώνησαν στις αλλαγές.
- Η διαδικασία περιγράφεται ακολούθως.
- Είχε πυρετό και ακολούθως ακύρωσε το ταξίδι.
- Συμπληρώστε τη φόρμα και ακολούθως ανεβάστε τα απαιτούμενα έγγραφα.
- Οι υποψήφιοι θα ειδοποιηθούν ακολούθως με ηλεκτρονικό μήνυμα για τα αποτελέσματα.
- Τα στοιχεία που ζητούνται είναι ακολούθως: όνομα, διεύθυνση, τηλέφωνο.