εγκαίρως
επίρρημαΜε τρόπο που συμβαίνει ή ολοκληρώνεται μέσα στο απαιτούμενο ή αναμενόμενο χρονικό περιθώριο, ώστε να μην προκαλείται καθυστέρηση ή πρόβλημα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έφτασα εγκαίρως για τη συνάντηση.
- Πρέπει να υποβληθεί η αίτηση εγκαίρως για να γίνει δεκτή.
- Με ειδοποίησε εγκαίρως, οπότε πρόλαβα να ετοιμαστώ.
- Ο γιατρός παρενέβη εγκαίρως και απέτρεψε επιπλοκές.
- Ενημέρωσα εγκαίρως τους συμμετέχοντες για την αλλαγή της ημερομηνίας.