κολλητά

επίρρημα

1. Σε στενή επαφή ή άμεσα δίπλα, χωρίς κενό ανάμεσα σε αντικείμενα ή άτομα.

2. Με συνεχόμενη ή άμεση διαδοχή στο χρόνο, χωρίς διάλειμμα (για γεγονότα ή ενέργειες που συμβαίνουν το ένα μετά το άλλο).

Συνώνυμα

δίπλα πλάι κολλημένα εφαπτόμενα ενωμένα ακουμπισμένα συνορεύοντα παραπλεύρως συγκολλημένα προσκολλημένα κοντά πλησίον σφιχτά παράπλευρα αμέσως καπάκι στενά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα σπίτια είναι κολλητά το ένα στο άλλο.
  • Κάθισαν κολλητά στον καναπέ για να χωρέσουν όλοι.
  • Έκλεισα δύο ραντεβού κολλητά, χωρίς κανένα διάλειμμα.
  • Πήρε άδεια για δύο μέρες κολλητά.
  • Έβαλε το αυτοκόλλητο κολλητά στην άκρη του κουτιού.
  • Τα τραπέζια στο εστιατόριο είναι κολλητά για να εξυπηρετούν περισσότερους ανθρώπους.