μόλις
επίρρημα1. Με χρονική εγγύτητα πολύ κοντά σε μια συγκεκριμένη στιγμή, συμβάν ή κατάσταση, ή αμέσως μετά ή πριν από αυτό.
2. Ακριβώς τώρα ή πριν από ελάχιστο χρόνο.
3. Μόλις που: με το παραμικρό περιθώριο ή σε οριακό βαθμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μόλις έφτασα στο σπίτι και άρχισε να βρέχει.
- Την είδα μόλις για λίγα δευτερόλεπτα.
- Ο Γιάννης μόλις τελείωσε τη δουλειά του.
- Μόλις που πρόλαβα το λεωφορείο.
- Αυτό το παιδί είναι μόλις πέντε χρονών.