απόκλιση
ουσιαστικό1. Διαφορά ή απόσταση από μια καθορισμένη, αναμενόμενη ή μέση τιμή, κατάσταση ή πορεία.
2. Απόκλιση της πορείας ή της κατεύθυνσης ενός αντικειμένου, σήματος ή οργάνου από την προβλεπόμενη/επιθυμητή γραμμή ή σημείο αναφοράς.
Συνώνυμα
παρέκκλιση παρεκτροπή διαφορά εκτροπή απομάκρυνση ανωμαλία διακύμανση σφάλμα εξαίρεση στροφή περιθώριο αναντιστοιχία διαστροφή παραλλαγή στρέβλωση διασπορά διαφοροποίηση παραφωνία ετερότητα χάσμα απόσταση διάσταση ανακρίβεια ελάττωμα μετατόπιση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απόκλιση των αποτελεσμάτων από τη μέση τιμή είναι μικρή.
- Υπήρξε μια σημαντική απόκλιση από το αρχικό σχέδιο.
- Ο πιλότος ανέφερε απόκλιση στην πορεία λόγω κακοκαιρίας.
- Η απόκλιση μεταξύ των δύο μετρήσεων απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση.
- Παρατηρήθηκε απόκλιση του ρινικού διαφράγματος στην ακτινογραφία.
- Η απόκλιση από τα καθιερωμένα πρότυπα δημιούργησε ανησυχία στη διοίκηση.