απωθητικός

επίθετο

1. Που προκαλεί έντονη αποστροφή ή απέχθεια, ωθώντας στην απομάκρυνση από αυτό που περιγράφεται.

2. Που έχει άσχημη εμφάνιση, δυσάρεστη οσμή ή ανεπιθύμητες συμπεριφορές που αποτρέπουν την προσέγγιση ή το ενδιαφέρον.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απωθητική μυρωδιά του σάπιου φρούτου έκανε όλους να απομακρυνθούν.
  • Η απωθητική όψη του κτιρίου αποθάρρυνε τους περαστικούς.
  • Το απωθητικό σπρέι κατά των κουνουπιών είναι απαραίτητο το καλοκαίρι.
  • Ο υψηλός φόρος υπήρξε απωθητικός παράγοντας για τις νέες επιχειρήσεις.
  • Η συνεχής κριτική δημιούργησε έναν απωθητικό φραγμό στην αυτοπεποίθησή του.
  • Οι απωθητικοί κανόνες του σχολείου έκαναν πολλούς μαθητές να δυσανασχετούν.