αποφασισμός

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή πράξη κατά την οποία επιλέγεται ανάμεσα σε εναλλακτικές λύσεις και καθορίζεται ποια ενέργεια θα ακολουθηθεί.

2. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, δηλαδή η επιλογή που υιοθετείται και καθορίζει την πορεία δράσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αποφασισμός να αλλάξω δουλειά ήταν δύσκολος αλλά αναγκαίος.
  • Ο αποφασισμός του συμβουλίου ήταν ομόφωνος και δεσμευτικός.
  • Ο αποφασισμός του δικαστηρίου καθόρισε την επιμέλεια των παιδιών.
  • Ο αποφασισμός του να συνεχίσει παρά τις δυσκολίες έδειξε τη θέλησή του.
  • Ο αποφασισμός των πολιτών στις εκλογές άλλαξε την πορεία της πόλης.