αποσυναρμολόγηση

ουσιαστικό

Διαδικασία κατά την οποία ένα αντικείμενο, συσκευή ή κατασκευή διαχωρίζεται στα επιμέρους εξαρτήματα ή μέρη του/της, συνήθως με σκοπό την επισκευή, τη συντήρηση, την αντικατάσταση εξαρτημάτων, τη μεταφορά ή την ανακύκλωση.

Συνώνυμα

διάλυση αποξήλωση αφαίρεση ξήλωμα ξεμοντάρισμα απομοντάρισμα αποδόμηση αποσύνθεση κατεδάφιση λύσιμο αποσύνδεση διαχωρισμός σπάσιμο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αποσυναρμολόγηση του κινητήρα έγινε στο συνεργείο.
  • Για τη μετακόμιση, η αποσυναρμολόγηση του γραφείου χρειάστηκε δύο άτομα.
  • Η αποσυναρμολόγηση της παλιάς βόμβας πραγματοποιήθηκε από ειδικούς.
  • Η αποσυναρμολόγηση του εκτελέσιμου αρχείου αποκάλυψε σημαντικές λεπτομέρειες του κώδικα.
  • Η αποσυναρμολόγηση των επιχειρημάτων του ανέδειξε τις αντιφάσεις τους.