αποστέρηση
ουσιαστικό1. Κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο, ομάδα ή τόπος στερείται αναγκαίων αγαθών, υπηρεσιών, δικαιωμάτων ή πόρων, με αποτέλεσμα έλλειψη ή μειωμένη δυνατότητα ικανοποίησης αναγκών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποστέρηση του ύπνου επιδεινώνει τη μνήμη και τη συγκέντρωση.
- Οι κρατούμενοι υπέφεραν από την αποστέρηση της ελευθερίας τους επί μήνες.
- Η παρατεταμένη αποστέρηση τροφίμων είχε σοβαρές συνέπειες για την υγεία των κατοίκων.
- Η δικαστική απόφαση επέβαλε την αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
- Πολλά παιδιά που μεγαλώνουν με αποστέρηση στο συναισθηματικό δέσιμο εμφανίζουν προβλήματα εμπιστοσύνης.