απλοϊκός
επίθετο1. Που παρουσιάζει απλότητα στη δομή ή την έκφραση, στερούμενο πολύπλοκων λεπτομερειών ή πολυπλοκότητας.
2. Που αντιμετωπίζει ή περιγράφει πολύπλοκα θέματα με υπερβολική απλούστευση, χωρίς επαρκές βάθος ή ανάλυση.
Συνώνυμα
απλουστευτικός υπεραπλουστευτικός μονοδιάστατος απλουστευμένος απλός αφελής επιφανειακός ρηχός πεζός επιπόλαιος πρόχειρος μπανάλ κοινότοπος στερεοτυπικός πρωτόγονος βασικός λιτός παιδικός άκομψος αδρός
Αντώνυμα
περίπλοκος σύνθετος εμπεριστατωμένος τεκμηριωμένος λεπτομερής πολύπλοκος εξαντλητικός σχολαστικός εμβριθής βαθύς εκτενής αναλυτικός αρχοντικός δαιδαλώδης θεαματικός πολυεπίπεδος εξειδικευμένος εξεζητημένος πολύπλευρος κομψός λαμπρός μοδάτος πολυτελής
Παραδείγματα χρήσης
- Η λύση που πρότεινε ήταν αρκετά απλοϊκή για το σύνθετο πρόβλημα.
- Το σκίτσο έχει έναν απλοϊκό σχεδιασμό αλλά είναι γοητευτικό.
- Παρουσίασε ένα απλοϊκό παράδειγμα για να κατανοήσουν όλοι την ιδέα.
- Δεν είναι σωστό να χαρακτηρίζεις κάποιον απλοϊκό χωρίς να ξέρεις τα κίνητρά του.
- Η ερμηνεία του έργου φάνηκε μάλλον απλοϊκή και στερείτο βάθους.