απαντώ

ρήμα

1. Δίνω προφορικά ή γραπτώς πληροφορίες, γνώμη ή σχόλιο ως αντίδραση σε ερώτηση, παρατήρηση ή πρόσκληση.

2. Αντιδρώ με λόγια ή πράξεις σε ενέργεια, πρόκληση ή επίθεση.

3. Παρέχω διευκρινίσεις ή εξηγήσεις σχετικά με κατηγορία, υπόθεση ή σφάλμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στα μηνύματα του πελάτη απαντώ άμεσα για να αποφευχθούν καθυστερήσεις.
  • Σε μια δύσκολη ερώτηση στην εξέταση, απαντώ με όση ακρίβεια μπορώ.
  • Όταν με προσβάλλουν δημοσίως, απαντώ ψύχραιμα και χωρίς ύβρεις.
  • Σε προτάσεις συνεργασίας απαντώ θετικά μόνο αν υπάρχουν σαφείς όροι.
  • Σε άγνωστα τηλέφωνα, απαντώ μόνο αν αναγνωρίζω ποιος καλεί.