αξιωματούχος
ουσιαστικόΠρόσωπο που κατέχει θεσμική θέση σε δημόσια υπηρεσία, οργανισμό ή φορέα και ασκεί αρμοδιότητες, διοικητική ευθύνη ή εξουσία, λαμβάνοντας αποφάσεις και εκπροσωπώντας την υπηρεσία ή τον φορέα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αξιωματούχος του υπουργείου ανακοίνωσε τα νέα μέτρα.
- Η αξιωματούχος του ΟΗΕ επισκέφθηκε την περιοχή για να αξιολογήσει τις ανάγκες.
- Ο αξιωματούχος της τράπεζας υπέγραψε τα έγγραφα για το δάνειο.
- Η αξιωματούχος ασφαλείας έδωσε οδηγίες για την εκκένωση της εγκατάστασης.
- Ο αξιωματούχος δήλωσε ότι οι έλεγχοι θα εντατικοποιηθούν μετά το περιστατικό.