εισαγγελέας

ουσιαστικό

Κρατικός λειτουργός της δικαστικής εξουσίας που ασκεί την ποινική δίωξη, εκπροσωπεί το δημόσιο ενώπιον των δικαστηρίων, επιβλέπει τη διερεύνηση ποινικών υποθέσεων και μεριμνά για την εφαρμογή του νόμου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο εισαγγελέας ζήτησε την προφυλάκιση του υπόπτου.
  • Η εισαγγελέας ανέλαβε την έρευνα για την περιβαλλοντική παράβαση.
  • Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο εισαγγελέας παρουσίασε τα στοιχεία και πρότεινε την ποινή.
  • Ο εισαγγελέας παρενέβη για την προστασία των θυμάτων και διέταξε άμεση προκαταρκτική εξέταση.
  • Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου παραβρέθηκε στη δημόσια συζήτηση για τη δικαιοσύνη.
  • Στην ταινία, ο εισαγγελέας εμφανίστηκε ως κεντρικός χαρακτήρας που αναζητούσε δικαιοσύνη.