αντιπάθεια
ουσιαστικό1. Συναίσθημα αρνητικής διάθεσης και δυσφορίας απέναντι σε πρόσωπο, αντικείμενο ή ιδέα, που προκαλεί απομάκρυνση ή ψυχρότητα στις μεταξύ τους σχέσεις.
Συνώνυμα
απέχθεια αποστροφή απαρέσκεια αηδία βδελυγμία μίσος έχθρα εχθρότητα προκατάληψη σιχασιά σιχαμάρα αλλεργία ψυχρότητα αγανάκτηση μνησικακία συναίσθημα αίσθημα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχω έντονη αντιπάθεια προς τα ψάρια.
- Η αντιπάθεια μεταξύ τους φάνηκε από τις συνεχείς διαφωνίες.
- Οι ψηφοφόροι εξέφρασαν αντιπάθεια προς τον υποψήφιο μετά το σκάνδαλο.
- Παρά την αντιπάθεια που είχε για το κρύο, πήγε στο βουνό.
- Η καθηγήτρια αντιμετώπισε την αντιπάθεια κάποιων μαθητών με ψυχραιμία.