αντιλέγω

ρήμα

1. Εκφράζω με λόγια ή επιχειρήματα ότι δεν αποδέχομαι ή θεωρώ λανθασμένη την άποψη, δήλωση ή πρόταση κάποιου.

2. Αντιπαραβάλλω επιχειρήματα ή στοιχεία με σκοπό να αντικρούσω, να αμφισβητήσω ή να μειώσω την αξιοπιστία μιας δήλωσης ή ισχυρισμού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Συνήθως αντιλέγω όταν ακούω ανακρίβειες.
  • Δεν αντιλέγω χωρίς λόγο, αλλά τώρα έχω σοβαρές ενστάσεις.
  • Όταν ο καθηγητής έκανε λάθος στην εξίσωση, αμέσως αντιλέγω.
  • Στην επιτροπή αντιλέγω τις προτάσεις που δεν έχουν τεκμηρίωση.
  • Μπορεί να αντιλέγω, αλλά διαθέτω αποδείξεις για τη θέση μου.