αντικειμενικός
επίθετο1. Που κρίνει, αξιολογεί ή παρουσιάζει κάτι με βάση πραγματικά στοιχεία και ανεξάρτητα από προσωπικά αισθήματα, προτιμήσεις ή προκαταλήψεις.
2. Που αποδίδει ή περιγράφει μια κατάσταση με ουδέτερο, αμερόληπτο τρόπο, χωρίς συναισθηματική εμπλοκή.
Συνώνυμα
αμερόληπτος αντικειμενιστικός ουδέτερος ανεπηρέαστος έγκυρος ορθολογικός τεκμηριωμένος αδιάβλητος ακριβής ρεαλιστικός πραγματικός αληθινός τίμιος νηφάλιος εμπειρικός δίκαιος απρόσωπος
Αντώνυμα
υποκειμενικός μεροληπτικός προκατειλημμένος μερικός προσωπικός ιδεοληπτικός μονομερής φανατικός υποκειμενιστικός διαφημιστικός κολλημένος συναισθηματικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δημοσιογράφος πρέπει να είναι αντικειμενικός όταν αναφέρει γεγονότα.
- Ο δικαστής οφείλει να παραμείνει αντικειμενικός κατά τη διάρκεια της δίκης.
- Ο αντικειμενικός σκοπός της έρευνας είναι η βελτίωση των θεραπειών.
- Η επιτροπή υιοθέτησε αντικειμενικά κριτήρια για την επιλογή των υποψηφίων.
- Οι αισθητήρες παρέχουν αντικειμενικές μετρήσεις ανεξάρτητες από την ανθρώπινη κρίση.