ανταγωνιστής

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο, ομάδα ή οργανισμός που συναγωνίζεται άλλους για την επίτευξη σκοπού, την απόκτηση πόρων, την οικονομική επιτυχία ή την κοινωνική ή αθλητική υπεροχή σε συγκεκριμένο πεδίο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εταιρεία αύξησε την παραγωγή για να ξεπεράσει τον ανταγωνιστή της.
  • Στον τελευταίο αγώνα, ο ανταγωνιστής μας αποδείχθηκε πιο δυνατός.
  • Στο μυθιστόρημα, ο ανταγωνιστής του ήρωα προκαλεί τη σύγκρουση.
  • Ο συγκεκριμένος ανταγωνιστής του υποδοχέα μπλόκαρε τη δράση της ορμόνης.
  • Στο οικοσύστημα, ένας εισαγόμενος ανταγωνιστής περιορίζει τα ντόπια φυτά.