ανοιχτά

επίρρημα

1. Με τρόπο που χαρακτηρίζει κατάσταση στην οποία υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης, διέλευσης ή λειτουργίας χωρίς εμπόδιο.

2. Με δημόσιο, φανερό και ειλικρινή τρόπο, όταν ιδέες, πληροφορίες ή συναισθήματα εκφράζονται προς όλους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα παράθυρα έμειναν ανοιχτά όλη τη νύχτα.
  • Μίλησε ανοιχτά για τις ανησυχίες του.
  • Τα μαγαζιά στην οδό είναι ανοιχτά μέχρι αργά.
  • Το πλοίο βρίσκεται ανοιχτά της ακτής.
  • Αντιτάχθηκε ανοιχτά στην απόφαση του συμβουλίου.
  • Οι πολιτικοί συζητούν τα θέματα ανοιχτά στο φόρουμ.