ανοιχτά
επίρρημα1. Με τρόπο που χαρακτηρίζει κατάσταση στην οποία υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης, διέλευσης ή λειτουργίας χωρίς εμπόδιο.
2. Με δημόσιο, φανερό και ειλικρινή τρόπο, όταν ιδέες, πληροφορίες ή συναισθήματα εκφράζονται προς όλους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
κρυφά μυστικά κρυφίως μυστικώς επιφυλακτικά διακριτικά παρασκηνιακά λαθραία κρυμμένα αποκλειστικά στενά έμμεσα προσωπικά σιωπηλά ανεπίσημα ανεπαίσθητα ιδιωτικώς λάθρα πλάγια ψιθυριστά ύπουλα καλυμμένα απόκρυφα μετρημένα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα παράθυρα έμειναν ανοιχτά όλη τη νύχτα.
- Μίλησε ανοιχτά για τις ανησυχίες του.
- Τα μαγαζιά στην οδό είναι ανοιχτά μέχρι αργά.
- Το πλοίο βρίσκεται ανοιχτά της ακτής.
- Αντιτάχθηκε ανοιχτά στην απόφαση του συμβουλίου.
- Οι πολιτικοί συζητούν τα θέματα ανοιχτά στο φόρουμ.