ελεύθερα
επίρρημα1. Με τρόπο ανεμπόδιστο ή χωρίς περιορισμούς, δεσμεύσεις ή καταναγκασμούς.
2. Χωρίς οικονομική επιβάρυνση ή αντίτιμο, παραχωρούμενα ή χρησιμοποιούμενα χωρίς πληρωμή.
3. Με ειλικρινή ή ανοιχτό τρόπο στην έκφραση, χωρίς δισταγμό ή συγκράτηση.
Συνώνυμα
δωρεάν ανοιχτά ανεμπόδιστα απρόσκοπτα ανενόχλητα αβίαστα απροκάλυπτα απερίσπαστα χαλαρά ασύστολα ανεξάρτητα ανεπιτήδευτα λευθέρως
Αντώνυμα
περιορισμένα ελεγχόμενα πληρωμένα συγκρατημένα δεσμευμένα απαγορευμένα κρυφά εμποδισμένα σφιχτά αποκλειστικά αναγκαστικά υποχρεωτικά επιτηρούμενα
Παραδείγματα χρήσης
- Μίλα ελεύθερα, δεν θα σε κρίνω.
- Οι κρατούμενοι απελευθερώθηκαν και πλέον κυκλοφορούν ελεύθερα.
- Οι πληροφορίες διατίθενται ελεύθερα στο διαδίκτυο.
- Τα χέρια μου είναι ελεύθερα, μπορώ να σε βοηθήσω.
- Μπορείς να χρησιμοποιήσεις το δωμάτιο ελεύθερα όποτε θέλεις.