δημόσια

επίθετο

1. Που ανήκει, αφορά ή είναι προσιτό στο κοινό ή στο σύνολο των πολιτών.

2. Που διατίθεται ή δίδεται πρόσβαση στο ευρύ κοινό χωρίς περιορισμούς ή αποκλεισμό.

3. Που σχετίζεται με το κράτος, τους δημόσιους φορείς ή τις υπηρεσίες τους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δημόσια υγεία χρειάζεται περισσότερους γιατρούς.
  • Η δημόσια εκπαίδευση πρέπει να είναι προσιτή σε όλους.
  • Ο υπουργός μίλησε δημόσια για το σκάνδαλο.
  • Το σχέδιο θα παρουσιαστεί δημόσια την επόμενη εβδομάδα.
  • Η δημόσια πρόσβαση στο πάρκο είναι δωρεάν για τους κατοίκους.