παρασκηνιακά
επίρρημα1. Με τρόπο που πραγματοποιείται εκτός δημόσιας θέασης ή εκτός επίσημων διαδικασιών, πίσω από τα φώτα.
2. Με μυστικότητα ή κρυφά, μέσω άτυπων, ανεπίσημων ή ιδιωτικών συμφωνιών, διαπραγματεύσεων ή ενεργειών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι αλλαγές στο σκηνικό έγιναν παρασκηνιακά πριν την πρεμιέρα.
- Οι διαπραγματεύσεις για το νέο νόμο έγιναν παρασκηνιακά, χωρίς ενημέρωση των πολιτών.
- Ο βουλευτής έδινε εντολές παρασκηνιακά, επηρεάζοντας τις αποφάσεις της επιτροπής.
- Οι δύο επιχειρηματίες συναντήθηκαν παρασκηνιακά για να κλείσουν τη συμφωνία.
- Η ομάδα τεχνικών επιδιόρθωσε παρασκηνιακά τα προβλήματα πριν το τηλεοπτικό σόου.