λάθρα

επίρρημα

Κρυφά ή μυστικά, χωρίς άδεια ή επίσημη έγκριση, με σκοπό την απόκρυψη ή την αποφυγή νόμων, κανόνων ή ελέγχου.

Συνώνυμα

παράνομα παρανόμως λαθραία κρυφά κρυφίως μυστικά υπογείως παράτυπα ύπουλα σιωπηλά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μπήκαν λάθρα στο εργοστάσιο τη νύχτα.
  • Δουλεύει λάθρα, χωρίς ασφάλιση και ένσημα.
  • Κατέσχεσαν στο λιμάνι λάθρα τσιγάρα και αλκοόλ.
  • Προσπαθούσαν να περάσουν λάθρα από τα σύνορα.
  • Η λάθρα συχνά συνδέεται με φοροδιαφυγή και οργανωμένο έγκλημα.