δημοσίως
επίρρημα1. Με τρόπο ανοικτό και εκτεθειμένο στο κοινό, μπροστά σε πολλούς ή στο ευρύ κοινό.
2. Με επίσημη ή δημόσια ανακοίνωση, έτσι ώστε να γίνει γνωστό και προσβάσιμο σε όλους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δήμαρχος ανακοίνωσε δημοσίως την απόφασή του.
- Η ηθοποιός απολογήθηκε δημοσίως για τη συμπεριφορά της.
- Η εταιρεία δημοσίευσε δημοσίως την έκθεση εσόδων.
- Το ζήτημα συζητήθηκε δημοσίως στην τηλεοπτική εκπομπή.
- Ζήτησε να ανακαλέσουν δημοσίως τη δυσφημιστική δήλωση.