επίσημα
επίρρημα1. Με τρόπο που χαρακτηρίζεται από αναγνώριση, επικύρωση ή εξουσιοδότηση από αρμόδια αρχή ή θεσμικό φορέα.
2. Με τυπικό, προδιαγεγραμμένο ή τελετουργικό τρόπο, σύμφωνα με κανόνες, πρωτόκολλο ή επίσημη διαδικασία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γάμος τους ανακοινώθηκε επίσημα από το δημαρχείο.
- Το αποτέλεσμα των εκλογών έγινε επίσημα γνωστό τα μεσάνυχτα.
- Δεν έχει αναγνωριστεί επίσημα από τον οργανισμό.
- Το πρόγραμμα ξεκινά επίσημα την επόμενη εβδομάδα.
- Η εταιρεία ενημέρωσε επίσημα τους εργαζόμενους για τη συγχώνευση.
- Το νέο προϊόν παρουσιάστηκε επίσημα στη διεθνή έκθεση.