ανοικτότητα
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία κάτι δεν είναι κλειστό ή περιορισμένο και επιτρέπει φυσική ή λειτουργική πρόσβαση, θέα ή επικοινωνία.
Συνώνυμα
ανοιχτότητα ανοιχτοσύνη διαφάνεια προσβασιμότητα άνοιγμα ανεκτικότητα διαλλακτικότητα προσιτότητα ανοχή αποδοχή ευελιξία ανοιχτομυαλιά
Αντώνυμα
κλειστότητα κλειστόμυαλία εχεμύθεια εσωστρέφεια μυστικότητα απόκρυψη μυστικοπάθεια κλείσιμο αποκλειστικότητα απομόνωση στεγανότητα ιδιωτικότητα πατέντα αυστηρότητα αυταρχισμός όριο κλίμα πλαίσιο συγκάλυψη θωράκιση
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανοικτότητα του χώρου δημιουργεί αίσθηση ελευθερίας.
- Η ανοικτότητα στη διοίκηση ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
- Η ανοικτότητα στη σκέψη της διευκόλυνε την αποδοχή νέων ιδεών.
- Χρειάζεται ανοικτότητα στη συζήτηση για να λυθούν οι διαφορές.
- Η ανοικτότητα του λογισμικού επιτρέπει σε άλλους προγραμματιστές να κάνουν βελτιώσεις.