ανησυχώ

ρήμα

1. Βιώνω εσωτερική αναστάτωση και ανασφάλεια εξαιτίας αβεβαιότητας, ενδεχόμενου κινδύνου ή πιθανής αρνητικής εξέλιξης, με επαναλαμβανόμενες ή επίμονες σκέψεις και δυσκολία συγκέντρωσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ ανησυχώ για την υγεία της μητέρας μου.
  • Είμαι στο γραφείο και ανησυχώ μήπως δεν προλάβουμε την προθεσμία.
  • Κάθε βράδυ ανησυχώ ότι τα παιδιά δεν είναι ασφαλή όταν αργούν να γυρίσουν.
  • Όταν δεν απαντάει στο τηλέφωνο, ανησυχώ.
  • Παρά τις εξελίξεις, ανησυχώ περισσότερο για το μέλλον των παιδιών.