ανεγείρω
ρήμα1. Κατασκευάζω ή εγκαθιστώ δομή (π.χ. κτίριο, μνημείο) ώστε αυτή να αποκτήσει ύψος και να στηριχθεί σε όρθια θέση.
2. Μετακινώ ή φέρνω κάτι από χαμηλότερη σε υψηλότερη θέση, προκαλώντας την ανύψωσή του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θα ανεγείρω ένα νέο σχολείο στην περιοχή.
- Αποφάσισα να ανεγείρω αγωγή κατά της εταιρείας.
- Με τις δηλώσεις μου ανεγείρω έντονες αντιδράσεις.
- Με την αφήγησή μου ανεγείρω βαθιά συγκίνηση στους ακροατές.
- Στέκομαι ίσιος και ανεγείρω το ανάστημά μου μπροστά στην αδικία.