ανδρείος

επίθετο

1. Που επιδεικνύει θάρρος και γενναιότητα απέναντι σε κίνδυνο, απειλή ή δύσκολες περιστάσεις.

2. Που διαθέτει αποφασιστικότητα και ψυχική αντοχή, ενεργώντας με σταθερότητα και αυτοπεποίθηση μπροστά σε δοκιμασίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ανδρείος στρατιώτης έσωσε τους τραυματίες στο πεδίο της μάχης.
  • Η πυροσβέστρια έδειξε ανδρεία όταν μπήκε στο φλεγόμενο κτίριο.
  • Οι ανδρείοι αθλητές χειροκροτήθηκαν από το κοινό.
  • Με ανδρεία αποδέχτηκε την ευθύνη για το λάθος.
  • Στην αρχαία αφήγηση, ο ήρωας θεωρείται ανδρείος λόγω του θάρρους του.