λαγός
ουσιαστικό1. Μικρό έως μεσαίου μεγέθους θηλαστικό της οικογένειας των λαγοειδών, με μακριά αυτιά, ισχυρά πίσω πόδια και ικανότητα για γρήγορο τρέξιμο.
2. Ζώο που κυνηγιέται για κρέας και γούνα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λαγός έτρεξε γρήγορα μέσα στο λιβάδι.
- Στο γνωστό παραμύθι ο λαγός κοιμήθηκε και έτσι έχασε τον αγώνα με τη χελώνα.
- Ένας λαγός πλησίασε το μποστάνι και έφαγε τα νεαρά φυτά.
- Στο παλιό έμβλημα του χωριού απεικονίζεται ένας λαγός, σύμβολο ταχύτητας.
- Το ψευδώνυμό του ήταν λαγός, επειδή ήθελε να τον συνδέουν με την επιδεξιότητα και την ταχύτητα.