αναποτελεσματικός
επίθετο1. Που δεν επιτυγχάνει το αναμενόμενο ή επιδιωκόμενο αποτέλεσμα σε δράσεις, προσπάθειες ή μέσα.
2. Που έχει περιορισμένη ικανότητα να φέρει αποτέλεσμα σε σχέση με τον σκοπό, τις απαιτήσεις ή τις προσδοκίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διευθυντής αποδείχθηκε αναποτελεσματικός στη διαχείριση των κρίσεων.
- Τα νέα μέτρα ήταν αναποτελεσματικά ως προς τη μείωση της ρύπανσης.
- Η μέθοδος αποδείχθηκε αναποτελεσματική για την επίλυση του προβλήματος.
- Ο εξοπλισμός είναι αναποτελεσματικός και χρειάζεται αντικατάσταση.
- Η γραφειοκρατία παρέμεινε αναποτελεσματική, καθυστερώντας τις άδειες.