αναβαίνω
ρήμα1. Κινούμαι από χαμηλότερο προς ψηλότερο σημείο ή επίπεδο, με περπάτημα, χρήση σκαλοπατιών, ανηφόρας ή αναρρίχησης.
2. Επιβιβάζομαι ή παίρνω θέση πάνω σε μέσο μεταφοράς, όχημα ή σκάφος.
Συνώνυμα
ανεβαίνω ανέρχομαι αναρριχώμαι σκαρφαλώνω ανηφορίζω υψώνομαι ανυψώνομαι επιβιβάζομαι μπαίνω προάγομαι αυξάνομαι κλιμακώνομαι βελτιώνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αναβαίνω τις σκάλες κάθε πρωί.
- Όταν φτάσει το τρένο, οι επιβάτες αναβαίνουν γρήγορα.
- Η τραγουδίστρια αναβαίνει στη σκηνή με αυτοπεποίθηση.
- Οι τιμές των καυσίμων αναβαίνουν τους τελευταίους μήνες.
- Μετά την προαγωγή, ο Νίκος αναβαίνει σε υψηλότερη θέση.
- Στο παιχνίδι, αναβαίνω επίπεδο κάθε φορά που κερδίζω.