αμφισβητήσιμος

επίθετο

Που μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση ή να προκαλεί αμφιβολία ως προς την ορθότητα, την αξιοπιστία ή την εγκυρότητά του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αξιοπιστία των στοιχείων είναι αμφισβητήσιμη.
  • Το συμπέρασμα της μελέτης είναι αμφισβητήσιμο λόγω μικρού δείγματος.
  • Οι ισχυρισμοί του μάρτυρα κρίθηκαν αμφισβητήσιμοι στο δικαστήριο.
  • Η προέλευση του πίνακα είναι αμφισβητήσιμη, γι' αυτό θα γίνει τεχνολογική ανάλυση.
  • Η ηθική διάσταση της πολιτικής απόφασης είναι αμφισβητήσιμη και προκάλεσε αντιπαράθεση.
  • Οι μεθοδολογικές υποθέσεις είναι αμφισβητήσιμες, οπότε τα αποτελέσματα πρέπει να επαληθευτούν.