αμελητέος
επίθετο1. Που το μέγεθος, η ποσότητα ή ο βαθμός του είναι τόσο περιορισμένος σε σχέση με το σύνολο ώστε η παρουσία ή η επίδρασή του να μπορεί πρακτικά να αγνοηθεί.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
σημαντικός ουσιώδης αξιοσημείωτος θεμελιώδης επιβλητικός κολοσσιαίος κομβικός ολέθριος σπουδαίος αξιόλογος εξέχων καταλυτικός μνημειώδης μεγάλος κρίσιμος καθοριστικός αποφασιστικός αξιοθαύμαστος επιτακτικός ζωτικός καίριος ουσιαστικός φοβερός εντυπωσιακός προεξέχων τεράστιος ελκυστικός ανησυχητικός καταξιωμένος συνταρακτικός
Παραδείγματα χρήσης
- Το ποσό ήταν αμελητέο σε σχέση με τον συνολικό προϋπολογισμό.
- Η ζημία θεωρήθηκε αμελητέα και δεν απαιτήθηκε αποζημίωση.
- Ο αριθμός των λαθών ήταν αμελητέος, οπότε δεν άλλαξε το αποτέλεσμα.
- Οι καθυστερήσεις ήταν αμελητέες μπροστά στην επιτυχία του έργου.
- Η πιθανότητα αστοχίας είναι αμελητέα στην παρούσα μελέτη.