αμελητέος

επίθετο

1. Που το μέγεθος, η ποσότητα ή ο βαθμός του είναι τόσο περιορισμένος σε σχέση με το σύνολο ώστε η παρουσία ή η επίδρασή του να μπορεί πρακτικά να αγνοηθεί.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ποσό ήταν αμελητέο σε σχέση με τον συνολικό προϋπολογισμό.
  • Η ζημία θεωρήθηκε αμελητέα και δεν απαιτήθηκε αποζημίωση.
  • Ο αριθμός των λαθών ήταν αμελητέος, οπότε δεν άλλαξε το αποτέλεσμα.
  • Οι καθυστερήσεις ήταν αμελητέες μπροστά στην επιτυχία του έργου.
  • Η πιθανότητα αστοχίας είναι αμελητέα στην παρούσα μελέτη.