ακουμπώ
ρήμα1. Φέρνω ελαφρά σε επαφή ένα αντικείμενο ή μέρος του σώματος με επιφάνεια ή με άλλο αντικείμενο.
2. Τοποθετώ ή στηρίζω κάτι πάνω σε άλλη επιφάνεια, ώστε να μένει ακίνητο ή προσωρινά σταθερό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί ακουμπώ το φλιτζάνι στο τραπέζι προσεκτικά.
- Το παγκάκι ακουμπάει στον τοίχο της πλατείας.
- Σου ακουμπώ τα κλειδιά για λίγη ώρα.
- Το τραγούδι με ακουμπά κάθε φορά που το ακούω.
- Χθες ακουμπήσαμε τα πακέτα στην αποθήκη.