ακουμπάω
ρήμα1. Τοποθετώ ή αφήνω κάτι ώστε να έρχεται σε ελαφριά επαφή με κάτι άλλο, συνήθως για στήριξη ή προσωρινή τοποθέτηση.
2. Φέρνω ή βάζω μέρος του σώματος ή ενός αντικειμένου σε ελαφριά επαφή με άλλο αντικείμενο ή πρόσωπο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πριν φύγω, ακουμπάω την κούπα στο τραπέζι.
- Όταν κουράζομαι, ακουμπάω στον τοίχο για λίγα λεπτά.
- Ακούγοντας αυτή τη μελωδία, ακουμπάω βαθιά μέσα μου.
- Σε δύσκολες στιγμές, ακουμπάω στους φίλους μου.
- Καθώς περπατάω, ακουμπάω το χέρι μου στο κάγκελο για ασφάλεια.