ακατέργαστος
επίθετο1. Που δεν έχει υποστεί επεξεργασία ή μεταποίηση και διατηρεί την αρχική ή φυσική του κατάσταση.
2. Που έχει αδρή, μη λειασμένη δομή ή επιφάνεια με εμφανή ανεπεξέργαστα χαρακτηριστικά.
Συνώνυμα
ωμός ανεπεξεργάστος άψητος ακαλλιέργητος χυδαίος χοντροκομμένος αγροίκος τραχύς αδούλευτος φυσικός αδρός χονδροειδής πρωτόγονος άγριος χύμα ατελής άγουρος ατόφιος πρωτογενής ανώριμος απείραχτος ανεπιτήδευτος
Αντώνυμα
επεξεργασμένος κατεργασμένος ραφιναρισμένος ψημένος μαγειρεμένος φινιρισμένος φτιαγμένος εκλεπτυσμένος καλλιεργημένος εξευγενισμένος φιλτραρισμένος καλοδουλεμένος φτιαχτός πολιτισμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ακατέργαστος σίδηρος χρειάζεται ειδική επεξεργασία πριν χρησιμοποιηθεί.
- Ο ακατέργαστος χαρακτήρας του καλλιτέχνη φάνηκε στα πρώτα του έργα.
- Ο ακατέργαστος λίθος βρέθηκε στο ορυχείο και μεταφέρθηκε στο εργαστήριο.
- Ο ακατέργαστος τόνος στη συζήτηση προκάλεσε εντάσεις ανάμεσα στους συμμετέχοντες.
- Ο ακατέργαστος χρυσός επεξεργάστηκε από τον τεχνίτη για να γίνει κόσμημα.