αθωότητα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση κατά την οποία ένα πρόσωπο δεν φέρει ενοχή για μια πράξη ή δεν έχει διαπράξει αξιόποινη ενέργεια.

2. Ιδιότητα που χαρακτηρίζεται από ηθική ακεραιότητα και απουσία κακοπροαίρετων προθέσεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αθωότητα του κατηγορουμένου αποκαταστάθηκε με την απόφαση του δικαστηρίου.
  • Η ταινία αναδεικνύει την αθωότητα της παιδικής ηλικίας.
  • Η αθωότητα της στάσης του τον έκανε εύκολο στόχο για εκμετάλλευση.
  • Μετά τα γεγονότα, έχασε την αθωότητα της και ωρίμασε πρόωρα.
  • Παρά τις φήμες, η κοινότητα υπερασπίστηκε την αθωότητα των μελών της.